“Παπαί, Μαρδόνιε, κοίους ἐπ᾽ ἄνδρας ἤγαγες μαχησομένους ἡμέας, οἳ οὐ περὶ χρημάτων τὸν ἀγῶνα ποιεῦνται ἀλλὰ περὶ ἀρετῆς.” Κάποιοι Αρκάδες φτωχοί, προσήλθαν στους Πέρσες και ζήτησαν εργασία. Τους παρουσίασαν στον Ξέρξη, ο οποίος συνήθιζε να παίρνει ο ίδιος πληροφορίες. Τους ρωτά λοιπόν:
– “Τι κάνουν οι Έλληνες;”
– “Παρακολουθούν τους γυμνικούς και ιππικούς αγώνες που διεξάγονται ΄τωρα στην Ολυμπία”, απαντούν εκείνοι.
– “Και ποιό είναι το έπαθλο για τους νικητές;” ρωτά ο Ξέρξης.
– “Τους δίνουν ένα στεφάνι απο κλαδί ελιάς”, αποκρίνονται ξανά οι Αρκάδες.
Όταν λοιπόν ο Τριτανταίχμης, υιός του Αρταβάνου, άκουσε ότι το έπαθλο δεν ήταν χρήματα, αλλά μόνο ένα στεφάνι , δεν συγκρατήθηκε , σηκώθηκε και παρουσία όλων φώναξε προς τον Μαρδόνιο το περίφημο:
“ΠΩ! ΠΩ! Μαρδόνιε, εναντίων ποίων ανδρών μας έφερες να πολεμήσουμε, οι οποίοι δεν αγωνίζονται για χρήματα , αλλα για την αρετή;”
[ “Παπαί, Μαρδόνιε, κοίους ἐπ᾽ ἄνδρας ἤγαγες μαχησομένους ἡμέας, οἳ οὐ περὶ χρημάτων τὸν ἀγῶνα ποιεῦνται ἀλλὰ περὶ ἀρετῆς.” ]
-Ηροδότου Ιστορία, 8, 26-27